Κορονοϊός: Ώρα για γνώση και όχι για απόγνωση

 Κορονοϊός: Ώρα για γνώση και όχι για απόγνωση

Ήταν τέλη του 2019 όταν εμφανίστηκε το πρώτο κρούσμα του COVID-19 (κορονοϊού) στην επαρχιακή πόλη Γιουχάν της Κίνας. Ο ιός δεν άργησε να γίνει εφιάλτης για ολόκληρη τη χώρα και στη συνέχεια, μέσα σε τρεις μήνες, μετατράπηκε σε πανδημία και έπληξε ολόκληρο τον πλανήτη.

Στην αρχή, η άγνοια, η υποτίμηση, η άρνηση και η αδιαφορία ήταν οι βασικοί μηχανισμοί αντιμετώπισης της επερχόμενης κρίσης. Οι μηχανισμοί αυτοί οδηγούσαν σε έναν ασυνείδητο «αφορισμό» του ίδιου του προβλήματος. Όταν ο κορονοϊός χτύπησε την πόρτα και της δικής μας χώρας, αναδύθηκαν οι βαθύτεροι φόβοι όλων μας και ενεργοποιήθηκαν ποικίλοι τρόποι αντιμετώπισης του φόβου που υιοθετούνταν από τον καθένα ανάλογα με τα ιδιαίτερα χαρακτηριστικά της δικής του προσωπικότητας.

Η ζωή σιγά σιγά έχασε την κανονικότητά της, οι ισορροπίες στο καθημερινό πρόγραμμα ανατράπηκαν, η ελευθερία κίνησης περιορίστηκε και η δυνατότητα ελέγχου του ανθρώπου πάνω στην ίδια του τη ζωή εκμηδενίστηκε. Η αυτονόητη καθημερινή ψυχική ηρεμία των περισσοτέρων ανθρώπων αντικαταστάθηκε από το άγχοςτου αφανισμού, τον φόβο απειλής προς την ίδια τη ζωή και την πρωτογενή ανάγκη για επιβίωση. Η αγωνία για το επισφαλές και αβέβαιο κλίμα και ο επαναπροσδιορισμός των προτεραιοτήτων μας έγινε επιτακτική ανάγκη.

 

Η άγνοια σχετικά με την επίδραση του συγκεκριμένου ιού στον οργανισμό και η έλλειψη κάποιας θεραπείας αύξησε το άγχος όλων και επέτεινε την κρίση. Σύντομα, η κρίση οδήγησε σε συμπτώματα και συμπεριφορές μετατραυματικού στρες. Τέτοιες είναι οι αλλαγές στον ύπνο, στην όρεξη για τροφή και στον τρόπο διασκέδασης, οι σωματοποιήσεις, η αύξηση του συναισθήματος αιφνιδιασμού ή τρόμου, η παθητικότητα χωρίς περιθώρια αντίδρασης, το γενικευμένο άγχος (σε διάφορους τομείς της ζωής), η κατάσταση «συναισθηματικού συναγερμού», η νευρικότητα, η ευερεθιστότητα, οι εκρήξεις θυμού, η άτακτη εναλλαγή συναισθημάτων, η απελπισία, η αίσθηση ανημπόριας, η αυτοκατηγορία, ο πανικός και οι ενοχές. Επιπρόσθετα, εμπειρίες από προηγούμενα τραυματικά περιστατικά επανέρχονται στην επιφάνεια, ιδίως σε άτομα μεγαλύτερης ηλικίας που συμβαίνει να ανήκουν και στις ευπαθείς ομάδες. Τελικά, ο πανικός λόγω των δραστικών αλλαγών και του αγνώστου μέλλοντος ταξιδεύει ταχύτερα από τον ίδιο τον κορονοϊό.

Γιατί όμως προκαλείται αυτή η ανησυχία; Ο εγκέφαλός μας λειτουργεί με βάση το ένστικτο της επιβίωσης. Έτσι, συγκεντρώνει και αξιολογεί συνεχώς πληροφορίες για τον κόσμο γύρω μας, κάνοντας κρίσεις για το τι είναι ασφαλές και τι δεν είναι. Αποστρέφεται την αβεβαιότητα και έχει ανάγκη να γνωρίζει τον επικείμενο κίνδυνο για να μας προφυλάξει από αυτόν. Όταν προκύπτειαβεβαιότητα, προκαλείται αγχώδης αντίδρασή, καθώς το άγχος αποτελεί «σήμα» του οργανισμού που αποσκοπεί να μας ωθήσει στη δράση και να επαναφέρει την ασφάλεια. Η έλλειψη βεβαιότητας είναι χειρότερη από τη γνώση του κινδύνου και μερικές φορές ο εγκέφαλος προτιμά να γνωρίζει ένα αρνητικό αποτέλεσμα για να αναλάβει δράση. Για παράδειγμα, η αβεβαιότητα κάποιου για τη θέση εργασίας του προκαλεί μεγαλύτερο φόρτο στην ψυχική υγεία του από ό, τι μια πραγματική απώλεια της θέσης του.

Υπό τις συνήθεις περιστάσεις, ο φόβος της ανημπόριας, της ψυχικής αδυναμίας και της βίαιης αλλαγής θεραπεύεται με τη συναισθηματική ασφάλεια που προσφέρει η εγγύτητα με τα αγαπημένα πρόσωπα, αλλά και τη σταθερότητα στην καθημερινή ρουτίνα. Ωστόσο, στην παρούσα κατάσταση, η ανάγκη πρόληψης από τον ιό επιβάλλει την κοινωνική απομόνωση, την απομάκρυνση από τους συνανθρώπους, την αποχή από την εργασία και τη διακοπή των καθιερωμένων κοινωνικών συνηθειών. Αυτός ήταν ο λόγος για τον οποίο, όπως παρατηρήσαμε, οι ηλικιωμένοι και τα άτομα που ανήκουν στις ευπαθείς ομάδες του πληθυσμού αρχικά αντιστάθηκαν στην επιβολή των περιορισμών (εξακολούθησαν τις συναθροίσεις σε εκκλησίες, τη συνεύρεση με τα εγγόνια, τη χρήση των μέσων μαζικής μεταφοράς, την κυκλοφορία σε λαϊκές αγορές, σούπερ μάρκετ κτλ). Επρόκειτο για άγνοια κινδύνου ή για προσπάθεια μείωσης του φόβου; Η συμπεριφορά τους μπορεί να ερμηνευτεί με βάση τη δυσκολία τους να δεχτούν την αλλαγή και τον αποχωρισμό, αλλά και τις τραυματικές τους εμπειρίες από το παρελθόν.

Από την άλλη πλευρά, τα παιδιά απώλεσαν κι εκείνα την καθημερινή τους ρουτίνα. Περιορίστηκαν στα σπίτια, αποχωρίστηκαν τους φίλους τους απότομα και στερήθηκαν την επαφή με τους αγαπημένους τους παππούδες και γιαγιάδες.

 

 

 Όμως, ο άνθρωπος είναι από τη φύση του κοινωνικό ον. H αξία της κοινωνικής συναναστροφής είναι σύνδεδεμένη με το νευρικό μας σύστημα, με αποτέλεσμα η απουσία μιας τέτοιας προστατευτικής δύναμης να προκαλεί στρες και καταθλιπτικόμορφες συμπεριφορές.Κανείς δε γνωρίζει ακριβώς τον βαθμό στον οποίο η απομόνωση που επιβάλλεται από την επιδημική νόσο θα επηρεάσει την ψυχική και σωματική υγεία των ομάδων υψηλού κινδύνου. Σίγουρα όμως, ακόμη κι εκείνοι που θα αποφύγουν τις χειρότερες συνέπειες, θα υποβαθμίσουν την ποιότητα ζωής τους. Εάν οι ηλικιωμένοι και άρρωστοι πρέπει να απέχουν απότις καθημερινές τους δραστηριότητες για μερικούς μήνες, η ζωή τους θα είναι χειρότερη και οι διαπροσωπικές σχέσεις που διατηρούσαν πριν την επιδημία μπορεί να αποδειχθεί δύσκολο να ξαναδομηθούν μετά απο αυτή.

 

 Τι μπορούμε να κάνουμε:

  • Να έχουμε συχνή επαφή, μέσω τηλεφώνου ή διαδικτύου, με τα αγαπημένα μας πρόσωπα.

  • Να παροτρύνουμε τους μεγαλύτερους ανθρώπους να διαβάζουν βιβλία, να ακούν μουσική, να βλέπουν ταινίες και γενικά να αναζητούν εναλλακτικούς τρόπους ψυχαγωγίας.

  • Να επιμείνουμε στην ισορροπημένη διατροφή και τη σωματική άσκηση, που είναι απαραίτητες για την κινητοποίησή μας και τη διατήρηση σωματικής και ψυχικής ευεξίας.

  • Να σχεδιάσουμε ένα καθημερινό πρόγραμμα: Ευκαιρία να τακτοποιήσουμε εκκρεμότητες στο σπίτι με τις οποίες, λόγω φορτωμένου εργασιακού ωραρίου, δεν προλάβαμε ως τώρα να ασχοληθούμε.

  • Να επινοήσουμε δραστηριότητες που θα αποβούν διασκεδαστικές για όλη την οικογένεια.

  • Να ανακουφίσουμε τους φόβους μας με το να τους μοιραστούμε με τα σημαντικά για εμάς άτομα.

  • Να αποφύγουμε σκέψεις πανικού που θα επιβαρύνουν εμάς και τα παιδιά μας.

  • Να αναλογιστούμε ότι κάθε μεταβατικό στάδιο απαιτεί χρόνο προσαρμογής.

  • Να διαβεβαιώνουμε τα παιδιά και τα αγαπημένα μας πρόσωπα ότι, τηρώντας τους κανόνες υγιεινής, απομακρύνουν κάθε κίνδυνο.

  • Να ενημερωνόμαστε για τις εξελίξεις από αξιόπιστες και έγκυρες πηγές.

  • Να σεβόμαστε τους περιορισμούς και να γινόμαστε πρότυπο προς μίμηση για τα παιδιά μας.

  • Να μην αντιμετωπίζουμε εχθρικά και καχύποπτα τους συνανθρώπους μας.

  • Τέλος, να θυμόμαστε ότι η ευθύνη για την ατομική μας προστασία είναι και δική μας.

 

Προσωπικά, θέλω να σας θυμίσω ότι είμαι στη διάθεση εσάς και των παιδιών μας οποιαδήποτε στιγμή με χρειαστείτε. Μπορείτε να επικοινωνήσετε στο κινητό μου τηλέφωνο που μέσω της γραμματείας του σχολείου μας θα έχετε.

 

ΜΕ ΕΚΤΙΜΗΣΗ

Σταυρούλα Κωνσταντάκου-Οικονόμου

Ψυχολόγος-ψυχοθεραπεύτρια

Υπεύθυνη τμήματος Συμβουλευτικής Εκπαιδευτηρίων «ΝΕΑ ΠΑΙΔΕΙΑ»